βαβάκτης

βαβάκτης
Grammatical information: m.
Meaning: Epithet of Pan (Kratin.), Dionysos (Corn.).
Other forms: ἐκβαβάξαι ἐκσαλεῦσαι Η = S. fr. 139. βαβάξαι ὀρχήσασθαι H.; βαβάκτης ὀρχηστής, ὑμνῳδός, μανιώδης, κραύγασος, ὅθεν καὶ Βάκχος H.; = λάλος, EM 183, 45
Origin: ONOM [onomatopoia, and other elementary formations]
Etymology: Onomatopoetical word to express joy, cf. βαβάζω. The connection with Lydian (Neumann, Heth. u. luw. Sprachgut) is considered by DELG as etym. speculation on Bakchos. The terms with βαβα(κ)- may sometimes have included other expressions of joy etc., and not in one language only.
Page in Frisk: 1,206

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βαβάκτης — βαβάκτης, ο (AM) 1. αυτός που γλεντάει θορυβωδώς (αποδίδεται στον Πάνα ή στον Διόνυσο) 2. χορευτής. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. λόγω της σημασίας της συνδέεται πιθ. με την εκφραστική ομάδα των βαβάζω, βαβαί, βάβακος, βάζω κ.ά., ενώ η υπόθεση ότι πρόκειται για… …   Dictionary of Greek

  • BABACTES et BACTES — BABACTES, et BACTES Bacchi cognomen, ἀπὸ τοῦ βαβάζειν, i. e. vociferavi. Bacchae enim, in Liberi Patris Orgiis, inconditos ululatus edebant. Hesrch. Βαβάκτης, ὀρχηςτὴς, ὑμνῳδὸς μανιῴδης, κραύγασος, ὅθεν καὶ Βάκχος …   Hofmann J. Lexicon universale

  • BACTES — et Βαβάκτης Bacchi nomina, ἀπὸ τοῦ βάζειν, ab inclamando seu vociferando. Solent enim Bacchô, h. e. vinô madidi, et mulieres Liberi Patris Orgia celebrantes, omnia tumultuariô quôdam et inconditô clamore replere …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Βάκχος — I Προσωνυμία του Διόνυσου. Στη λατινική μυθολογία, ο Β. (Bacchus) αντιπροσωπεύει τη φυτική ζωή και οι γιορτές που γίνονταν προς τιμήν του (Βακχεία) είχαν γνωρίσει εξαιρετική ανάπτυξη. Ρωμαϊκό γλυπτό που εικονίζει τον θεό Βάκχο. Ο Βάκχος σε πίνακα …   Dictionary of Greek

  • baxmb-, bhaxmbh-, paxmp-, phaxmph- —     baxmb , bhaxmbh , paxmp , phaxmph     English meaning: to swell     Deutsche Übersetzung: ‘schwellen”     Note: Lautnachahmung, from den aufgeblasenen Backen genommen, psychologisch from bахmb , bhaxmbh as unmittelbarer imitation eines… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.